Μοιράζομαι μαζί σας κείμενό μου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Λακωνικός Τύπος” (27 Ιανουαρίου 2017, σελ. 14) με τίτλο “H Μαρίζα Κωχ στο Δημοτικό Σχολείο του Ξηροκαμπίου”:

Μια αίθουσα γεμάτη· σχεδόν διακόσια παιδιά με τους δασκάλους τους, χωρίς επισημότητα ή επιδίωξη προβολής. Μια μεγάλη παρέα που τής αρκούσε ο πρώτος στίχος από τη Μαρίζα Κωχ για να ξεδιπλώσει ήχους, μουσικές, ακούσματα και κάτι άλλο, απροσδιόριστο, που έρχεται από πολύ μακριά, εγγεγραμμένο μέσα μας, στην βαθύτερη ανθρωπιά μας πέρα από σημαίες και σύνορα.

Η Βασιλική Βορβή, η γυμνάστρια των παιδιών, είχε συνδέσει τον χορό με το τραγούδι. Και πώς αλλιώς να χορέψουν τα παιδιά τους δημοτικούς μας χορούς χωρίς ταυτόχρονα να τους τραγουδούν;

Η Μαρίζα Κωχ δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην πρόσκληση της Βασιλικής και ήρθε μονοημερίς στο Ξηροκάμπι, στο Δημοτικό Σχολείο, με τους συνεργάτες της – μουσικούς, τραγουδιστές, εμψυχωτές – και πάνω από όλα με τη φωνή, το κέφι της, την αγάπη της για τα παραδοσιακά ακούσματα και τη διάθεσή της· καλύτερα την πίστη της και την απόφασή της, αυτά τα ακούσματα να τα οικειοποιηθούν και τα παιδιά.

Άπλωσε το μαγικό της πάπλωμα με τα εκατοντάδες κουδουνάκια, έβαλε την ψυχή της και ένωσε τις ψυχές των παιδιών, που αγωνίζονταν με τη φωνούλα τους να ξεπεράσει το ένα το άλλο· με ήχους που έρχονταν από όλη την Ελλάδα, από τη Μακεδονία έως τον Μοριά, από τον Πόντο έως την Κρήτη. Και επάνω στο «Πάπλωμά» της ακούμπαγαν όλα τα παιδιά, κι αυτά που κατάγονταν από άλλες χώρες. Η μουσική τα έσμιγε όλα σε μια φωνή, σε μια καρδιά· έστω και γι’ αυτές τις στιγμές που κρατούσε το τραγούδι. Λίγο είναι; Είναι πολύ, γιατί η εμπειρία παραμένει ζωντανή και ζεσταίνει σε δύσκολες ώρες, σε δύσκολες μέρες.

Όταν το Σχολείο ξέρει πώς και πόσο να ανοίγει τις πύλες του, συντελούνται μικρά θαύματα. Οι εκπαιδευτικοί Βασιλική Βορβή, Μαρίνα Χατζηδημητρίου και Φωτεινή Χαντζάκου, με τη στήριξη του Διευθυντή τους, Κώστα Αρβανίτη, πρόσφεραν στα παιδιά ώρες απόλαυσης που σπάνια βιώνουν στο Σχολείο. Συμμέτοχοι και οι γονείς που είχαν φροντίσει να γλυκάνουν όλα τα παιδιά με τα καλούδια των χεριών και της καρδιάς τους.

Τη Μαρίζα Κωχ την ακούγαμε πολύ τη δεκαετία του εβδομήντα· κι εγώ και οι φίλες μου την ζηλεύαμε, γιατί είχε αυτά τα ωραία μακριά μαλλιά (που έχει ακόμη), τα ωραία φωτεινά μάτια (που τώρα εκπέμπουν ακόμη εντονότερο φως), φορούσε αυτά τα ρούχα (που ακόμη φορά) που όσο και να ψάχναμε δεν τα βρίσκαμε στην ελληνική αγορά και είχε κι αυτή τη φωνή, και έγραφε και μουσική, και έγραφε και στίχους, και γύριζε τραγουδώντας όλο τον κόσμο· προσόντα που διατηρεί στο ακέραιο και στα οποία πριν από μία εικοσαετία έχει προστεθεί κι ένας νέος προσανατολισμός: Το «Κέντρο Βιωματικής Μουσικής, Κίνησης και Λόγου», το οποίο οδηγεί τα παιδιά σε μουσικά μονοπάτια με τέτοιο τρόπο, ώστε ο ορίζοντάς τους να εμπλουτίζεται συνεχώς και να μένει για πάντα ανοιχτός στη χαρά που μπορεί να προσφέρει η μουσική.

Τη Μαρίζα σιγά σιγά μάθαμε μόνο να την θαυμάζουμε. Γιατί; Γιατί η Μαρίζα Κωχ είναι το κομμάτι εκείνο της ιστορίας μας, από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο – από τη γέννησή της δηλαδή – έως τις μέρες μας, που μας κάνει μόνο να καμαρώνουμε. Η ζωή της είναι ένα μυθιστόρημα, από τα πιο ωραία που έχω διαβάσει ποτέ. Εύχομαι κάποτε να το γράψει η ίδια. Θα αρκεστώ σε δύο γεγονότα που τα ακούω κάθε φορά μαζί με τη φωνή της.

Το 1974 οι Τούρκοι εισβάλλουν στην Κύπρο. Το 1976 η Μαρίζα Κωχ δέχεται ένα τηλεφώνημα από τον Μάνο Χατζιδάκι να γράψει ένα τραγούδι για την τραγωδία της Κύπρου και να το τραγουδήσει στη Γιουροβίζιον, στη Χάγη· η Μαρίζα σε ένα βράδυ γράφει ένα τραγούδι («Παναγιά μου, Παναγιά μου, Παρηγόρα την καρδιά μου») που μιλάει για την άδικη εισβολή και για τα αποκαϊδια που άφησε πίσω της (αποκαϊδια που σιγοκαίνε ακόμα) και το τραγουδάει, χωρίς να υπολογίσει όσους φοβέριζαν ακόμη και κατά της ζωής της.

Τα προμηνύματα του τραγουδιού αυτού ταξίδευαν ήδη στην Ευρώπη με τη Μαρίζα να τραγουδά στα ερείπια του Μυστρά (σκηνοθεσία του Κώστα Φέρρη)· κι αυτό είναι κάτι που την δένει με τον δικό μας τόπο ιδιαίτερα. Αλλά τα ερείπια του Μυστρά παρέπεμπαν στα ερείπια της Κύπρου κι αυτό βέβαια δεν άρεσε σε πολλούς.

Η δεύτερη αναφορά μου: Ήμουν πριν μερικά χρόνια στο Ίθακα (που θα πει Ιθάκη) που βρίσκεται κοντά στη Νέα Υόρκη. Στο Ίθακα υπάρχει ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια, το Cornell. Γνώρισα εκεί την Gail Lillian Holst-Warhaft, Καθηγήτρια στο Κορνέλ, η οποία άρχισε να μου μιλάει – στα ελληνικά – για τη Μαρίζα Κωχ. Για το πόσο την θαύμαζε και για τη σπουδαία δουλειά που έκανε η Μαρίζα στο Κορνέλ με τίτλο «Μουσικά ερεθίσματα για βρέφη» το 1990. Τροφοδότης σε αυτή της την εργασία ήταν οι παιδικές της μνήμες, στη Σαντορίνη, όταν άκουγε τα νανουρίσματα που τραγουδούσαν οι μαμάδες και οι γιαγιάδες στα μικρά παιδιά και που ασύνειδα τα εξοικείωναν με την καλή μουσική και την ορθοφωνία. Τα τραγούδια αυτά πια δεν τα τραγουδάνε οι μαμάδες στα μωρά τους και η Μαρίζα Κωχ έχει βαλθεί να τα μάθει στα παιδιά για να τα σώσει.

Αυτό το ερωτικό, το δυναμικό, το έντιμο και προικισμένο πλάσμα, το αφιερωμένο στην μουσική σωτηρία της πατρίδας μας, κάθε φορά που μας χαρίζει ένα τραγούδι μάς γεμίζει την καρδιά· γιατί όλα αυτά που είναι η ίδια συνακούγονται μαζί με τους ήχους του τραγουδιού.

Εκεί που πάει να κλείσει η καρδιά μας, η Μαρίζα Κωχ την ανοίγει με ένα τραγούδι. Ευχαριστούμε Μαρίζα! Ευχαριστούμε το Σχολείο και τους δασκάλους του που εκεί στα ριζά του Ταϋγέτου στις 19 του Δεκέμβρη 2016, έγραψαν αυτόν τον ωραίο επίλογο της χρονιάς που έφευγε και που ακούγεται ακόμη ανάμεσα στα θρανία και τα κρυφομιλήματα των παιδιών το ίδιο έντονα με το πρωτάκουσμά του.

Φωτογραφία
Στη φωτογραφία: Μαρίνα Χατζηδημητρίου, Βασιλική Βορβή, Μαρίζα Κωχ και Φωτεινή Χαντζάκου.ΞΗΡΟΚΑΜΠΙ TEAM